Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ




1.1 Η τοποθεσία του ναού :

   Ο ναός βρίσκεται επί της οδού Αγίου Δημητρίου,  βορειοανατολικά της πόλης και πλησίον της αρχαίας αγοράς , στο κέντρο της παλιάς Θεσσαλονίκης.

1.2 Μερικά λόγια για τον Άγιο Δημήτριο :

    Ο Άγιος Δημήτριος , ένας από τους Μεγαλομάρτυρες της Χριστιανοσύνης, είναι ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης και εορτάζεται  κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου. Γεννήθηκε περίπου το280 - 284 μ.Χ. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Θεσσαλονίκης. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού ως αξιωματικός, με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλίαρχου.
   Ο Άγιος έγινε χριστιανός  αγνοώντας το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Το 303 σε κάποια σύναξη των χριστιανών της πόλης στη Χαλκευτική στοά της Θεσσαλονίκης , εκεί που υπάρχει σήμερα ο ναός της Παναγίας των Χαλκέων (στην περιοχή της πόλης  που ονομαζόταν Μεγαλοφόρος) έγινε η σύλληψή του από τους Ρωμαίους και φυλακίστηκε  στο χώρο ενός ρωμαϊκού λουτρού της Θεσσαλονίκης , εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός του. Στην φυλακή αυτή ο Άγιος βασανίστηκε .
Σύμφωνα με την παράδοση μέσα στη φυλακή ευλόγησε με σταυρό στο μέτωπο το μαθητή του Νέστορα, για να νικήσει έναν ειδωλολάτρη  τεραστίων σωματικών διαστάσεων  παλαιστή, το Λυαίο. Ο Νέστορας νίκησε το Λυαίο κι αυτό εξόργισε τον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό, που παραβρισκόταν στο στάδιο.  Ο Μαξιμιανός διέταξε ο Νέστορας να αποκεφαλιστεί κι ο Δημήτριος να δολοφονηθεί με λογχισμό στα πλευρά.
   Στη συνέχεια, την ίδια νύχτα, οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί παρέλαβαν το μαρτυρικό λείψανο και το έθαψαν στο χώρο του μαρτυρίου του.
Πλαίσιο κειμένου:  Στις βυζαντινές εικόνες, αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία, ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο  να πατά τον άπιστο Λυαίο.
   Ο τάφος του Αγίου μεταβλήθηκε σε βαθύ φρεάτιο που ανάβλυζε μύρο. Γι’ αυτό το λόγο και ο Άγιος πήρε την προσωνυμία του Μυροβλήτου.
Η λατρεία του Αγίου άρχισε στη Θεσσαλονίκη και σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο το χώρο του χριστιανισμού . Πιστοί από όλα τα μέρη του χριστιανικού κόσμου μετέφεραν το μύρο του Αγίου στα λεγόμενα ‘’Κουτρούβια’’ (μεταλλικά φλασκιά), τα οποία είχαν χαραγμένη τη μορφή του Αγίου και φυλάσσονταν ως φυλαχτά από τους πιστούς.
   Η ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης είναι άρρηκτα συνδεμένη με τη λατρεία του Αγίου Δημητρίου. Πολλά κείμενα , μνημολόγια, εγκωμιαστικοί λόγοι που κατά καιρούς εκφωνήθηκαν, διηγήσεις, μαρτυρίες και τα βιβλία των Θαυμάτων του Αγίου , δείχνουν την ιστορική σχέση της πόλης με τον Πολιούχο Άγιό της και το ναό του. Στα δύο πρώτα από τα τρία βιβλία  (Βιβλίο Α του 7ου αιώνα, του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Α’  , Βιβλίο Β  του 7ου αιώνα , αγνώστου συγγραφέως, Βιβλίο Γ  του 10ου αιώνα, αγνώστου συγγραφέως, αναφέρονται σειρές των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, κατά τις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης από τους Αβάρους (586μ.Χ) και τους Σλάβους (604 μ.Χ και 615 μ.Χ), όπου φαίνεται πως ο Άγιος βοήθησε στο να σωθεί η πόλη.
   Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, Ιουστινιανός (527 – 565) και Μαυρίκιος (582 – 602), θέλησαν να μεταφέρουν τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου στον αντίστοιχο ναό του Αγίου Δημητρίου στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

1.3 Η ίδρυση του ναού και ιστορικά στοιχεία:

   Το 324, μόλις ορίστηκε ο χριστιανισμός σαν επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού κράτους, οι Θεσσαλονικείς οικοδόμησαν ένα μικρό τρίκλιτο ναό στο σημείο που τάφηκε ο Άγιος Δημήτριος. Η φήμη του ναού αυτού σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο το χριστιανικό κόσμο, διότι αποδείχτηκε ότι το μύρο που ανέβλυζε από τον τάφο του Αγίου είχε ιαματικές ιδιότητες. Προσκυνητές κατέφθαναν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, για να προσευχηθούν και να θεραπευτούν. Ανάμεσα σε αυτούς προσήλθε και ο έπαρχος του Ιλλυρικού, Λεόντιος από το Σίρμιο. Ο Λεόντιος θεραπεύτηκε από κάποια ανίατη ασθένεια που τον ταλάνιζε καιρό και, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, αντικατέστησε το μικρό τρίκλιτο ναό με μια επιβλητική Βασιλική το 412.

 
    Με κέντρο τον τεράστιο και εντυπωσιακό αυτό ναό εξαπλώθηκε η λατρεία του Αγίου Δημητρίου σε ολόκληρο τον τότε χριστιανικό κόσμο.
Η είσοδος στο ναό γινόταν από τη δυτική πλευρά δια της μεγάλης ορθογωνίου αυλής, στην οποία ανεγέρθη κυκλικό περιστύλιο (αίθριο) που είχε τοποθετημένη στη μέση μια μαρμάρινη στεγασμένη λεκάνη, περιστοιχισμένη από οκτώ μαρμάρινους κίονες και στολισμένη εξωτερικά με ραβδώσεις. Σ’ αυτήν έπλεναν τα χέρια τους οι πιστοί, πριν εισέλθουν στο ναό.    
Πλαίσιο κειμένου:  Σήμερα, από το κυκλικό περιστύλιο σώζεται μόνο η λεκάνη  (βλ. φωτογραφία), ενώ το υπόλοιπο έχει καταστραφεί.
Στο βόρειο τμήμα του ναού, αμέσως μετά το νάρθηκα, υπάρχουν τρεις αίθουσες που πιθανόν αποτελούν τμήματα του αρχαίου ρωμαϊκού λουτρού. Η μεσαία από τις τρεις αυτές αίθουσες, αποτέλεσε  , σύμφωνα με την παράδοση, τον αρχικό τάφο του Αγίου Δημητρίου.
    Όταν κτίστηκε η Βασιλική, τα λείψανα του Αγίου μεταφέρθηκαν στο μεσαίο κλίτος του ναού και θάφθηκαν κάτω από το δάπεδό του. Από πάνω κατασκευάστηκε το περίφημο εξαγωνικό ασημένιο Κιβώριό του, στο εσωτερικό του οποίου υπήρχε η λάρνακα και η εικόνα του Αγίου . Από τη λάρνακα ανάβλυζε μύρο σε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες.
   Το 580 ή 583, όπως αναφέρει η παράδοση, έγινε επιχείρηση των Σλάβων να παραβιάσουν τα τείχη της πόλης της Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοί της ήταν ανυποψίαστοι για τον γεγονός και οι περισσότεροι βρίσκονταν στο ναό, όταν το Κιβώριο πήρε φωτιά και ουράνια φωνή τους ειδοποίησε ότι κινδυνεύει η πόλη. Τότε οι κάτοικοι έτρεξαν και αντιμετώπισαν τους Σλάβους, τους οποίους και κατατρόπωσαν.
Πλαίσιο κειμένου:     Γνωρίζουμε την περιγραφή του δέυτερου Κιβωρίου από το πρώτο βιβλίο των θαυμάτων του Αγίου, που έγραψε ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης και από

ομοιώματά του που δωρίζονταν στους πιστούς και μερικά έχουν διασωθεί.
Η βάση του Κιβωρίου, ίχνη της οποίας διασώζονται λίγο μετά την είσοδο στον κυρίως ναό, ήταν εξαγωνική και πάνω της πατούσαν έξι κίονες που συνδέονταν με τόξα και κρατούσαν την εξάπλευρη κυρτή στέγη. Το Κιβώριο είχε πέντε κλειστές πλευρές με θωράκια και η έκτη πλευρά είχε δίφυλλη πόρτα. Στην κορυφή της στέγης υπήρχε  πάνω σε κρίνα σφαίρα,που έφερε σταυρό με ανάγλυφο το Χριστό εσταυρωμένο στην κορυφή της.
Το εσωτερικό του Κιβωρίου φωτιζόταν με λαμπάδες και έναν κρατήρα, που κρεμόταν με αλυσίδες από τη στέγη.
   Η περίφημη αυτή Βασιλική καταστράφηκε από φωτιά στη δεκαετία 629 – 634, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610 - 641). 
   Αμέσως μετά την καταστροφή του  ο ναός ανοικοδομήθηκε, στο ίδιο επιβλητικό μέγεθος και με μερικές διαφοροποιήσεις , υπό την επιστασία του επισκόπου  Θεσσαλονίκης, Ιωάννη. Ο Λεόντιος  και ο επίσκοπος Ιωάννης είναι οι δύο ανακαινιστές του ναού του Αγίου Δημητρίου.
Πλαίσιο κειμένου:     Το 904 ο ναός λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς, οι οποίοι άρπαξαν σε κομμάτια το ιερό ασημένιο Κιβώριο του Αγίου Δημητρίου.
   Το Κιβώριο αντικαταστάθηκε με νέο μαρμάρινο, αλλά το 1185 ξαναλεηλατήθηκε από τους Νορμανδούς, οι οποίοι κατέστρεψαν και το δεύτερο μαρμάρινο Κιβώριο του Αγίου Δημητρίου.
   Κατά τη δεύτερη λεηλασία τα λείψανα του αγίου μεταφέρθηκαν στην Ιταλία από καλόγερους που ήθελαν να τα διασώσουν. Το 1978τα λείψανα του Αγίου επέστρεψαν από το αββαείο του Αγίου Λαυρεντίου στο San Lorenzo in Campo της Ιταλίας και τοποθετήθηκαν σε μια αργυρή λάρνακα, όπου φυλάσσονται ως σήμερα.
   Το 13ο αιώνα ο ναός επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε. Την εποχή εκείνη χτίστηκε και το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου στη νοτιοανατολική πλευρά του ναού.Πλαίσιο κειμένου:
   Το 1430, κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, ο ναός δέχτηκε μια ακόμα πιο βάναυση λεηλασία σε σημείο που οι τοίχοι του έμειναν σχεδόν γυμνοί.
   Το 1481 τοποθετήθηκε στην αριστερή αρχή του κεντρικού κλίτους του ναού ο μαρμάρινος, βενετσιάνικου αναγεννησιακού ρυθμού, τάφος του Λουκά Σπαντούνη, ενός πλούσιου ανθρώπου, προκρίτου της Θεσσαλονίκης, που προσέφερε αρκετά χρήματα στο ναό, όπως αναφέρει επιγραφή με δεκατρείς στίχους που βρίσκεται στην βάση του τάφου(βλ. φωτογραφία).
   Το 1490 ή 1491 επί Σουλτάνου Βαγιαζίτ Β' (1481-1512) μετατράπηκε σε τζαμί με το όνομα «Κασημιέ-Τζαμί» και παρέμεινε στην κατάσταση αυτή έως την απελευθέρωση της πόλης. Το 1912 αποδόθηκε πάλι στη χριστιανική λατρεία.
Στη μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατάστρεψε τα δύο τρίτα της πόλης στις 18 και 19 Αυγούστου 1917, το μνημείο σχεδόν αφανίστηκε. Από την πυρκαγιά του 1917 διασώθηκαν λείψανα μόνο από το λαμπρό γλυπτό και ζωγραφικό διάκοσμο του ναού (ψηφιδωτά, τοιχογραφίες), που αντιπροσωπεύουν τις διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τότε ανακαλύφθηκε και η υπόγεια κρύπτη, που αποτελεί μέρος του Ρωμαϊκού λουτρού, στο οποίο δολοφονήθηκε ο Άγιος.
   Τέλος, ο ναός αναστηλώθηκε πάνω στον παλιό κατεστραμμένο ναό υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Μετά από μικρή διακοπή το 1939 παραδόθηκε στους πιστούς στις 26 Οκτωβρίου του 1949, την ημέρα της γιορτής του Αγίου. Ο σημερινός ναός εγκαινιάστηκε το 1958 και μοιάζει με τον αρχικό. Συγκεκριμένα, είναι κτισμένος σε σχήμα πεντάκλιτης βασιλικής, ελληνιστικού τύπου με νάρθηκα και μ’ ένα έκτο εγκάρσιο κλίτος, που λειτουργεί ως μουσειακός χώρος.
1.4 Η Κρύπτη του ναού :

   Κάτω από το Ιερό του ναού βρίσκεται η λεγόμενη Κρύπτη (βλ. φωτογραφίες), η είσοδος της οποίας βρίσκεται στο νότιο κλίτος.  Στην Κρύπτη βρίσκονται αρκετές στοές, ένα παρεκκλήσι και στον κεντρικό της χώρο
δεξαμενές αγιάσματος.



   Από το 1988 η Κρύπτη λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, όπου εκτίθενται συλλογή γλυπτών, κιονόκρανων, θωρακίων, αγγείων, κρήνες αγιάσματος και μύρου του 4ου, 6ου και 12ου - 13ου αιώνα, θραύσματα Κιβωρίου Αγίας Τράπεζας του 13ου αιώνα, που αποτελούσε κιγκλίδωμα του τάφου του αγίου, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες.

1.5 Η αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου Δημητρίου:
Πλαίσιο κειμένου:
   Ο ναός είναι μεγαλοπρεπής, σε σχήμα πεντάκλιτης βασιλικής με νάρθηκα.
Η αρχιτεκτονική του είναι λαμπρή, με πλούσιο γλυπτό διάκοσμο και πολύχρωμη ορθομαρμάρωση, με σπουδαίες τοιχογραφίες, φορητές εικόνες και ψηφιδωτά . Έχει διαστάσεις κάτοψης 43,58μ. (μήκος) , 33μ. (πλάτος) και 20μ (ύψος, στο ψηλότερο τμήμα του).
   Η αρχική τοιχοδομία, είναι συνδυασμός αργιλιθοδομής με σειρές πλίνθων σε
επάλληλες ζώνες και έχει διασωθεί μόνο στα κατώτερα τμήματα των τοίχων.
   Ο ναός φωτίζεται από σειρές, μονόλοβων, δίλοβων, πολύλοβων παραθύρων σε οριζόντιες σειρές, καθώς και από τοξωτά ανοίγματα.
   Στα πέντε κλίτη του ναού υπάρχουν στέγες. Το κεντρικό κλίτος έχει δίρριχτη στέγη και στα υπόλοιπα οι στέγες είναι μονόριχτες.
Πλαίσιο κειμένου:    Ένας μεγαλοπρεπής νάρθηκας, προ του οποίου βρίσκεται η Φιάλη (λεκάνη αγιασμού) στον προαύλιο χώρο του ναού,  οδηγεί στη δυτική όψη του κυρίως ναού. Ο νάρθηκας επικοινωνεί με τον κυρίως ναό με το τρίβηλο (τρίλοβο

άνοιγμα με δύο πράσινες μαρμάρινες κολώνες, που φέρουν θεοδοσιανά κιονόκρανα της βασιλικής του 5ου αιώνα και με δύο πλάγια τοξωτά ανοίγματα.
   Στο εσωτερικό ο ναός χωρίζεται με τέσσερις κιονοστοιχίες σε πέντε κλίτη που μοιάζουν με διαδρόμους. Το μεσαίο κλίτος είναι ευρύτερο από τα υπόλοιπα τέσσερα (διπλάσιο) και χωρίζεται από αυτά με οκτώ πράσινους και δώδεκα λευκούς κίονες καθώς και τέσσερις πεσσούς, που κοσμούνται με κιονόκρανα, τα όποια στέφονται με επιθήματα , ψευδεπίκρανα και κοσμίτες. Τα πλάγια κλίτη στεγάζονται με κλιμακωτές στέγες, ώστε να δημιουργούνται μονόλοβα, δίλοβα και τρίλοβα παράθυρα, μέσω των οποίων εισέρχεται άπλετο φως στο μεγαλόπρεπο εσωτερικό χώρο του ναού. Πάνω από τα πλάγια κλίτη υπάρχουν ευρύχωροι γυναικωνίτες. Ένα έκτο κλίτος διαμορφώνεται κάθετα στα προηγούμενα, φέρει τέσσερις ερυθρούς και οκτώ λευκούς κίονες και τέσσερις πεσσούς με κορινθιακά κιονόκρανα και επίκρανα και φιλοξενεί το Ιερό Βήμα του ναού με την ημικυκλική του αψίδα.

1.6  Γλυπτός διάκοσμος , ψηφιδωτά και τοιχογραφίες του ναού :

    Οι τοίχοι και οι πεσσοί, στο κεντρικό υπερυψωμένο κλίτος, φέρουν επένδυση από ορθομαρμάρωση (πολύχρωμες μαρμάρινες πλάκες).
Στα εσωράχια των τόξων του τριβήλου υπάρχουν μαρμαροθετήματα με μορφή εξάκτινων δίσκων σε συνδυασμό με ρομβοειδή και ψαροκόκκαλο.
Οι δεκαπέντε περίπου παραλλαγές των κιονόκρανων, όπως αναμίζοντα φύλλα, οι διακοσμήσεις ακανθώδους σχήματος, οι κεφαλές κριών, φυτικοί διάκοσμοι, αετοί με ανοικτές τις πτέρυγες τους κ.ά. διασώζουν τη χριστιανική τέχνη εκείνης της εποχής, η οποία θεωρείται απαράμιλλης ποιοτικής αξίας και αισθητικής.

   Ο ναός έχει αρκετά εντυπωσιακά ψηφιδωτά του 5ου έως και του 9ου αιώνα στον τοίχο που χωρίζει το νάρθηκα από τον κυρίως ναό και τους δύο πεσσούς του ιερού βήματος. Από τα ψηφιδωτά αυτά θα αναφερθούμε, δείχνοντας σχετικές φωτογραφίες, στα εξής:
1) “Η προσφορά παιδιών στον Άγιο Δημήτριο”
2) “Ο Άγιος Δημήτριος με έναν άγγελο”
3) “Ο Άγιος Δημήτριος με δύο παιδία”
4) “Ο Άγιος Θεόδωρος με την Παναγία”
5) “Ο Άγιος Δημήτριος και οι ανακαινιστές του ναού”
Στο ψηφιδωτό φαίνεται η προσωπογραφία του επισκόπου Λέοντος του   μαθηματικού στο δεξιό μέρος της εικόνας.
6) “Ο Άγιος Δημήτριος με έναν διάκονο”
7) “Ο Άγιος Σέργιος”
8) “Η Παναγία με τον Άγιο Θεόδωρο”

   Μεγάλο ενδιαφέρον υπάρχει και στην ψηφιδωτή παράσταση του  “Ο Άγιου Δημήτριου δεoμένου”. Το κατεστραμμένο αυτό ψηφιδωτό έχει ανασυσταθεί μερικώς.
   Επιπλέον, υπάρχει και σειρά ψηφιδωτών πάνω από τη βόρεια μικρή κιονοστοιχία.
Από τις πολλές και εντυπωσιακές τοιχογραφίες του ναού θα παρουσιάσουμε ενδεικτικά μόνο δύο:
1) Ο Άγιος Ιωάσαφ και ο Γρηγόριος Παλαμάς. Η τοιχογραφία αυτή του 8ου αιώνα  βρίσκεται στην πρώτη δυτική τετράγωνη κολόνα, όπου φαίνεται ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Κατακουζηνός ως μοναχός Ιωάσαφ μαζί με τον αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης, Γρηγόριο τον Παλαμά , που κρατάει ένα θυμιατό.
2)  Ο έφιππος αυτοκράτορας. Η τοιχογραφία βρίσκεται στο νότιο τοίχο του ναού και απεικονίζει τον έφιππο αυτοκράτορα Ιουστινιανό το Β΄ και την ακολουθία του να εισέρχεται θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη μετά τη νικηφόρα μάχη στην Κλεισούρα το 688-689 (7ος αιώνας) .
Πλαίσιο κειμένου:






1.7 Το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου 

   Στη νοτιοανατολική γωνία του ναού του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται προσαρτημένο το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου, που είναι μικρή τρίκλιτη κιονοστήρικτη βασιλική. Το παρεκκλήσι αυτό κτίστηκε το 13ο αιώνα από τον “πρωτοστράτορα” (μέγα σταυλάρχη),  Μιχαήλ Γλαβά Ταρχανειώτη, σύμφωνα με την επιγραφή που βρίσκεται στο παρεκκλήσι.
Πλαίσιο κειμένου:    Ο Μιχαήλ αυτός υπήρξε μάλλον συγγενής του αυτοκράτoρα του Βυζαντίου Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου (1341 – 1391).
Το παρεκκλήσι περιέχει ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του 13ου αιώνα
(Η Πλατυτέρα, Άγιος Γεώργιος και Άγιος Νικόλαος, Προφήτες Ηλίας και Ιερεμίας,
Το Δωδεκάορτο,
Η Μετάληψη, Σκηνές από τον βίο του Αγίου Ευθυμίου , προσωπογραφίες αγίων κ.α), τις οποίες, σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες, αγιογράφησε ο περίφημος αγιογράφος Μανουήλ Πανσέλινος με χορηγία του πρωτομάστορα Μιχαήλ και της συζύγου του, η οποία καταγόταν από το γένος των Κομνηνών.
  Παρατίθενται δύο τοιχογραφίες από το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου, η Μετάληψη και οι Άγιοι.

1 σχόλιο: